Πεπτική Οδός και Μεταβολισμός
Καρδιαγγειακό σύστημα
Το καρδιαγγειακό σύστημα είναι σύστημα οργάνων που είναι υπεύθυνο για την παροχή οξυγόνου καθώς και για την μεταφορά και ανταλλαγή ουσιών στα κύτταρα του οργανισμού. Το καρδιαγγειακό σύστημα αποτελείται από την καρδιά, τις φλέβες, τις αρτηρίες και τα τριχοειδή αγγεία. Τα όργανα αυτά ανακυκλώνουν συνεχώς το αίμα στον οργανισμό. Το αίμα είναι ένα είδος συνδετικού ιστού το οποίο αποτελείται από πλάσμα και κύτταρα που αιωρούνται στο πλάσμα. Είναι αυτό που πραγματοποιεί την μεταφορά οξυγόνου, την μεταφορά άλλων θρεπτικών ουσιών, όπως σάκχαρα και αμινοξέα από το πεπτικό σύστημα προς τους ιστούς, την μεταφορά των άχρηστων υλικών προς το απεκκριτικό σύστημα, την μεταφορά ορμονών ενώ συμμετέχει και σε άλλους μηχανισμούς που σχετίζονται με την προστασία του οργανισμού.
Ρόλος
Κύριος ρόλος του καρδιαγγειακού συστήματος είναι:
- Η διανομή οξυγόνου στους ιστούς (μέσω του αίματος )
- Η μεταφορά των μεταβολικών αποβλήτων (δηλ του διοξειδίου του άνθρακα )
- Η μεταφορά και διανομή ύδατος και άλλων θρεπτικών συστατικών στους ιστούς
- Η διατήρηση της ομοιόστασης στον οργανισμό.
- Η θερμορρύθμιση ( μεταφορά θερμότητας )
Kαρδιά

Κέντρο του κυκλοφορικού συστήματος είναι η καρδιά, η οποία διατηρεί την ροή του αίματος στον οργανισμό. Έχει σχήμα σάκου που αποτελείται από έναν ειδικό τύπο μυϊκού ιστού, τον καρδιακό μυϊκό ιστό. Το τμήμα αυτό ονομάζεται μυοκάρδιο και περιβάλλεται από μία μεμβράνη, το περικάρδιο ενώ εσωτερικά είναι επενδυμένη με επιθηλιακά κύτταρα που αποτελούν το ενδοκάρδιο. Επίσης αποτελείται από δύο τμήματα, την δεξιά και την αριστερή καρδιά οι οποίες με την σειρά τους αποτελούνται από την κοιλία και τον κόλπο. Η αριστερή και η δεξιά καρδιά χωρίζονται με ένα διάφραγμα και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι κόλποι δέχονται το αίμα που επιστρέφει στην καρδιά είτε από την κοίλη φλέβα είτε από την πνευμονική φλέβα , ενώ η κοιλιά αντλεί το αίμα προς το υπόλοιπο σώμα. Η μονόδρομη ροή του αίματος μέσα στην καρδιά εξασφαλίζεται από τέσσερις ειδικές βαλβίδες, δύο που βρίσκονται μεταξύ ενός κόλπου και της αντίστοιχης κοιλίας και δύο που βρίσκονται στο άνοιγμα κάθε κοιλίας με την αντίστοιχη αρτηρία. Οι ακούσιες συσπάσεις των καρδιακών μυών πραγματοποιούνται λόγω της ύπαρξης μιας ειδικής περιοχής της καρδιάς που ονομάζεται φλεβόκομβος και βρίσκεται στον δεξιό κόλπο. Η καρδιά έχει βάρος σε ενήλικες από 250 εώς 350 γρ και σε μέγεθος είναι περίπου όσο η μπουνιά του κάθε ανθρώπου ( 12-14 Χ 8-10 Χ 6-7 εκ ). Βρίσκεται εντός του θώρακα μεταξύ των δύο πνευμόνων ( κυρίως αριστερά) μεταξύ της δεύτερης και έκτης πλευράς πάνω από το διάφραγμα.
Αιμοφόρα αγγεία
Τα αιμοφόρα αγγεία διοχετεύουν το αίμα της καρδιάς σε όλα τα σημεία του σώματος. Υπάρχουν τρεις τύποι αιμοφόρων αγγείων. Οι αρτηρίες, οι φλέβες και τα τριχοειδή αγγεία.
Τα μεγάλα αγγεία αποτελούνται από τρεις στιβάδες ή χιτώνες, τον έσω, τον μέσο και τον έξω. Ο έσω χιτώνας αποτελείται από μία μονή σειρά κυττάρων δημιουργώντας ένα πρώτο φραγμό για το αίμα που κυκλοφορεί μέσα στα αγγεία και ονομάζεται ενδοθήλιο. Ο έσω χιτώνας στις μεγάλες κυρίως αρτηρίες περιέχει και λεία μυικά κύτταρα. Ο μέσος χιτώνας είναι η πιο παχιά στοιβάδα , περιέχει λεία μυικά κύτταρα, χωρίζεται με τον έσω χιτώνα με το έσω ελαστικό πέταλο. Τα λεία μυικά κύτταρα έρχονται σε επαφή μεταξύ τους σχηματίζοντας τις λεγόμενες χασματικές συνδέσεις οι οποίες έχουν συγκεκριμένες πόρτες ανταλλαγής ιόντων τις κοννεξίνες. Οι συνδέσεις αυτές επιτρέπουν τα μυικά κύτταρα να εξαπλώνουν ένα ερέθισμα σαν κύμα ή σαν συγκύτιο. Τέλος ο έξω χιτώνας περιέχει την νεύρωση και την αγγείωση των αγγείων αλλά και την στήριξη των αγγείων με κολλαγόνο. Η ελαστίνη που προσδίδει την ικανότητα στα αγγεία να συστέλλονται και να διαστέλλονται είναι κυρίως χαρακτηριστικό των αρτηριών. Οι φλέβες έχουν περισσότερη στηρικτική ουσία με τη μορφή μιας δομικής πρωτεΐνης του κολλαγόνου.
Αρτηρίες
Οι αρτηρίες μεταφέρουν αίμα από την καρδιά προς τους ιστούς. Οι αρτηρίες διαχωρίζονται σε ελαστικές, μυώδεις και αρτηρίδια. Οι ελαστικές αρτηρίες είναι οι μεγαλύτερες και διακλαδίζονται στις μικρότερες μυώδεις αρτηρίες. Αυτές με την σειρά τους διακλαδίζονται στα αρτηρίδια.
Φλέβες
Οι φλέβες μεταφέρουν αίμα από τους ιστούς πίσω στην καρδιά. Έχουν μεγαλύτερη χωρητικότητα 24 φορές περισσότερο σε αίμα από τις αρτηρίες και έχουν πολύ λιγότερο μυϊκό και ελαστικό ιστό.
Τριχοειδή αγγεία
Τα τριχοειδή αγγεία σχηματίζουν ένα εκτεταμένο δίκτυο που μπορεί να τροφοδοτήσει σχεδόν κάθε κύτταρο του οργανισμού. Το τοίχωμα τους είναι πολύ λεπτό και αποτελείται από μία μόνο στοιβάδα ενδοθηλιακών κυττάρων.
Αίμα
Η κύρια λειτουργία του αίματος είναι η μεταφορά του οξυγόνου σε όλα τα κύτταρα των ιστών καθώς και άλλων θρεπτικών συστατικών και η απομάκρυνση των προϊόντων του μεταβολισμού των κυττάρων καθώς και του διοξειδίου του άνθρακα. Η θερμορύθμιση, η μεταφορά ορμονών και κυττάρων του αμυντικού (ανοσολογικού) συστήματος εμπεριέχονται επίσης στα καθήκοντα του αίματος.
Το αίμα ρέει μέσα στο δίκτυο των αγγείων (αρτηρίες και φλέβες) ενώ η καρδιά αποτελεί την κινητήρια δύναμη για την συνεχή ροή του αίματος στα αγγεία λειτουργώντας ως αντλία. Το αίμα που κινείται στα αγγεία ονομάζεται και δραστικός όγκος και για έναν άνθρωπο 70kg είναι περίπου 5-5.5 λίτρα .
Το αίμα αποτελείται από το πλάσμα και τα έμμορφα στοιχεία.
Πλάσμα
Το πλάσμα αποτελείται κυρίως από νερό (91.5%) το οποίο είναι ο διαλύτης για τις λοιπές ουσίες πού περιέχει τις πρωτεΐνες , τα ιόντα και οι παράγοντες της πήξης. Εάν απομακρυνθούν από το πλάσμα οι παράγοντες της πήξης και το ινωδογόνο τότε το διάλυμα που παραμένει αποτελούν τον ορό. Βιοχημικά το πλάσμα έχει oσμωτικότητα περίπου 290 mosm /L η οποία οφείλεται κυρίως στους ηλεκτρολύτες ( Να, Κ κτλ) και επειδή το Να είναι το κύριο εξωκυττάριο κατιόν εμπειρικά υποθέτουμε την οσμωτικότητα του πλάσματος εάν πολλαπλασιάσουμε το Νάτριο επί δύο.
Ανατομικό – Θεραπευτικό – Χημικό Σύστημα Ταξινόμησης (ATC)
Το Ανατομικό-Θεραπευτικό-Χημικό Σύστημα Ταξινόμησης – Anatomical Therapeutic Chemical (ATC) Classification System χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση των ενεργών συστατικών των φαρμάκων σύμφωνα με το όργανο ή το σύστημα στο οποίο επιδρούν και τις θεραπευτικές, φαρμακολογικές και χημικές ιδιότητες τους. Ελέγχεται από το Collaborating Centre for Drug Statistics Methodology (WHOCC) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1976.
Αυτό το φαρμακευτικό σύστημα κωδικοποίησης διαιρεί τα φάρμακα σε διαφορετικές ομάδες σύμφωνα με το όργανο ή το σύστημα στο οποίο δρουν και/ή τα θεραπευτικά και χημικά τους χαρακτηριστικά. Κάθε κατώτατο επίπεδο κωδικού ATC αντιστοιχεί σε μια φαρμακευτικά χρησιμοποιούμενη ουσία, ή έναν συνδυασμό ουσιών, σε μια μοναδική ένδειξη (ή χρήση).
Αυτό σημαίνει ότι ένα φάρμακο μπορεί να έχει περισσότερους από έναν κωδικούς: το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ασπιρίνη), παραδείγματος χάρη, έχει A01AD05 ως φάρμακο για τοπική στοματική θεραπεία, B01AC06 ως αναχαιτιστής αιμοπεταλίων (platelet inhibitor) και N02BA01 ως αναλγητικό και αντιπυρετικό. Από την άλλη μεριά, αρκετές διαφορικές εμπορικές επωνυμίες έχουν τον ίδιο κωδικό, αν έχουν την ίδια δραστική ουσία και ενδείξεις.
To σύστημα ταξινόμησης ATC (Anatomical Therapeutic Classification system) έχει προταθεί από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας (Π.Ο.Υ) και έχει υιοθετηθεί από τον ΕΟΦ, όπως επίσης και από τους περισσότερους κεντρικούς και εθνικούς οργανισμούς φαρμάκων.
Με βάση το ATC οι δραστικές ουσίες διαχωρίζονται σε ομάδες σύμφωνα με το ανατομικό σύστημα που δρουν, καθώς και με τις χημικές, φαρμακολογικές και θεραπευτικές τους ιδιότητες.
Το ATC έχει δενδροειδή δομή πέντε επιπέδων, διαχωρίζοντας αρχικά τις δραστικές ουσίες σε 14 κύριες κατηγορίες οι οποίες αποτελούν και το πρώτο επίπεδο, το οποίο αφορά στο ανατομικό σύστημα που ασκεί δράση το φάρμακο. Το δεύτερο επίπεδο αφορά στη φαρμακολογική/θεραπευτική υποκατηγορία, το τρίτο και το τέταρτοστη χημική/φαρμακολογική/θεραπευτική υποομάδα και το πέμπτο στη δραστική ουσία.